κατοικώ

Μεταφράσεις

κατοικώ

inhabit, dwellloĝihabiter, logerhabitarЖивея (kati'ko)
ρήμα αμετάβατο (ρήμα)
μένω, ζω κατοικώ στην Ελλάδα
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close