κατορθώνω

Μεταφράσεις

κατορθώνω

achieve, attain (kator'θono)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
καταφέρνω κατορθώνω να επιζήσω
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close