κατοχή

Μεταφράσεις

κατοχή

Besitzoccupation, possessionpossessionposesiónครอบครองbesiddelseвладениеpossessobezitposseinnehavdržení (kato'çi)
ουσιαστικό θηλυκό
1. ιδιοκτησία έχω κτ στην κατοχή μου
2. κατάκτηση η γερμανική Κατοχή
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close