κατοχυρώνω

Μεταφράσεις

κατοχυρώνω

protect, safeguard (katoçi'rono)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
εξασφαλίζω κατοχυρώνω την περιουσία μου κατοχυρώνω την καλή λειτουργία ενός πράγματος
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close