κατσούφης

(προωθήθηκε από κατσούφικο)
Μεταφράσεις

κατσούφης

(ka'tsufis) αρσενικό

κατσούφα

(ka'tsufa) θηλυκό

κατσούφικο

downcast, grumpyنَكِدnevrlýgnavenmürrischmalhumoradopahantuulinengrognongunđavscontroso気むずかしい심술이 난chagrijniggrettenmarudnyemburrado, rabugentoнесдержанныйsurอารมณ์บูดบึ้งhuysuzbực bội脾气坏的 (ka'tsufiko) ουδέτερο
επίθετο
μουτρωμένος
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close