καυστικός

(προωθήθηκε από καυστική)
Μεταφράσεις

καυστικός

(kafsti'kos) αρσενικό

καυστική

(kafsti'ci) θηλυκό

καυστικό

caustiqueacid, caustic, tart (kafsti'ko) ουδέτερο
επίθετο
αιχμηρός καυστικά λόγια
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close