καχεκτικός

(προωθήθηκε από καχεκτικό)
Μεταφράσεις

καχεκτικός

(kaçekti'kos) αρσενικό

καχεκτική

(kaçekti'ci) θηλυκό

καχεκτικό

(kaçekti'ko) ουδέτερο
επίθετο
ασθενικός
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close