καϊμάκι

Μεταφράσεις

καϊμάκι

kaymak (kai'maci)
ουσιαστικό ουδέτερο
1. o αφρός του γάλακτος παγωτό καϊμάκι
2. ο αφρός του βρασμένου καφέ καφές με καϊμάκι
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close