κειμήλιο

Μεταφράσεις

κειμήλιο

heirloomrelíquiaреликвия (ci'milio)
ουσιαστικό ουδέτερο
ενθύμιo με ιστορική αξία οικογενειακό κειμήλιο
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close