κεντρίζω

Μεταφράσεις

κεντρίζω

sting, prick, goad, spurpiquerيَثْقُب, يَلْدَغُpropíchnout, štípnoutprik, stikkestechenpicar, pincharpistää, pistää neulallanabosti, ubostipungereチクリと刺す, 刺す쏘다, 찌르다prikken, stekenprikke, stikkeprzekłuwać, użądlićpicarжалить, уколотьsticka, svidaเจาะ, กัด ต่อยdelmek, sokmakchọc, đốt (ce'ndrizo)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
1. προκαλώ κεντρίζω το ενδιαφέροντη φαντασία κάποιου
2. γονιμοποιώ (δέντρο) κεντρίζω τις κερασιές
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close