κεραυνός

Μεταφράσεις

κεραυνός

Blitzlightningfulmorayosalamafoudrevillámbliksemcorisco, raio, relâmpagoмолния (cerav'nos)
ουσιαστικό αρσενικό
1. φυσικό φαινόμενο κακοκαιρίας Έπεσε κεραυνός.
2. μεταφορικά για κτ απρόοπτο και δυσάρεστο Το νέο έπεσε σαν κεραυνός.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close