κερδίζω

Μεταφράσεις

κερδίζω

gain, earn, wingagner, acquérirzarabiać, wygrać, zarobić, zyskaćвыигрывать, получать, завоёвывать, зарабатывать, побеждать, приращиватьيَربَحُ, يَفُوزُ, يَكْتَسِبُvydělat, vyhrát, získatopnå, tjene, vindeerlangen, gewinnen, verdienenganaransaita, hyötyä jostakin, voittaadobiti, pobijediti, zaraditiguadagnare, ottenere, vincere勝つ, 得る, 稼ぐ...을 얻다, 벌다, 이기다verdienen, verwerven, winnentjene, vinneganhar, vencertjäna, vinnaได้รับ, ชนะkazanmakchiến thắng, đạt được, kiếm được得到, 挣得, 赢得 (cer'ðizo)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
1. βγάζω χρήματα κερδίζω τη ζωή μου
2. νικάω κερδίζω έναν αγώνα
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close