κηδεύω

Μεταφράσεις

κηδεύω

(ci'ðevo)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
κάνω τελετή πριν την ταφή κάποιου
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close