κηρύσσω

Μεταφράσεις

κηρύσσω

preach (ci'riso)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
1. κάνω κήρυγμα κηρύσσω την αλήθεια
2. ανακοινώνω επίσημα κηρύσσω πόλεμο
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close