κινδυνεύω

Μεταφράσεις

κινδυνεύω

riskdanger, risquer (cinði'nevo)
ρήμα αμετάβατο (ρήμα)
1. βρίσκομαι σε κίνδυνο Η ζωή μου κινδυνεύει.
2. κοντεύω Κινδυνεύω ν' αποτύχω.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close