κλάμα

Μεταφράσεις

κλάμα

pleurscrying, weepingבוכה ('klama)
ουσιαστικό ουδέτερο
1. το να κλαίω βάζω τα κλάματα
2. δάκρυα ρίχνω κλάμα
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close