τρε-

(προωθήθηκε από κλίζω)
Μεταφράσεις

τρε- τρι- κλίζω

( tre- tri- 'klizo)
ρήμα αμετάβατο (ρήμα)
περπατάω με αστάθεια Τρεκλίζει απ' το μεθύσι.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close