κλαίγομαι

Μεταφράσεις

κλαίγομαι

('kleɣome)
ρήμα μεσοπαθητικό (ρήμα)
παραπονιέμαι Δε σταματάει να κλαίγεται.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close