κλείνω

Μεταφράσεις

κλείνω

('klino)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
1. χωρίζω εσωτερικό από εξωτερικό μέρος κλείνω την πόρτα
2. βουλώνω κλείνω το μπουκάλι
3. σταματάω τη λειτουργία κλείνω το ραδιόφωνο
4. μπλοκάρω Το αυτοκίνητό σου κλείνει το δρόμο.
5. περιορίζω κπ κάπου κλείνω κπ στη φυλακή
6. κρατάω θέση κλείνω θέση στο θέατρο
7. συμπληρώνω Έκλεισε τα δύο.
8. τελειώνω κλείνω μια εκπομπή
9. συμφωνώ μετά από διαπραγμάτευση κλείνω συμφωνία

κλείνω

close, book, turn off, shutfermifermerيُغْلِقُzavřítlukkeschließencerrarsulkeazatvoritichiudere閉める(...을) 닫다sluitenlukke, stengezamknąćfecharзакрыватьstängaปิดkapatmakđóng关闭關閉סגור
ρήμα αμετάβατο (ρήμα)
1. ασφαλίζομαι Η πόρτα δεν κλείνει.
2. σταματάω να λειτουργώ Τα μαγαζιά κλείνουν στις οκτώ.
3. επουλώνομαι Η πληγή κλείνει σιγά σιγά.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close