κλειδωμένος

Μεταφράσεις

κλειδωμένος

(kliðo'menos) αρσενικό

κλειδωμένη

(kliðo'meni) θηλυκό

κλειδωμένο

鎖定verrouilléנעולzablokowanybloqueadolåstgesperrtlocked锁定bloccatolåst (kliðo'meno) ουδέτερο
επίθετο
1. κλεισμένος με κλειδί κλειδωμένη πόρτα
2. που έχει κλειδωθεί κάπου μένω κλειδωμένος στην τουαλέτα
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close