κλειδώνομαι

Μεταφράσεις

κλειδώνομαι

(kli'ðonome)
ρήμα μεσοπαθητικό (ρήμα)
κλείνομαι κάπου ασφαλίζοντας την πόρτα Κλειδώθηκε στο δωμάτιό του.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close