κλειδώνω

Μεταφράσεις

κλειδώνω

lockيُقْفِلُzamknoutlåseabschließencerrar con llave, bloqueolukitaverrouillerzaključatichiudere a chiave鍵をかける(...을) 잠그다vergrendelenlåsezamknąćtrancarзапиратьlåsaใส่กุญแจkilitlemekkhóa锁上, (kli'ðono)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
1. κλείνω με κλειδί κλειδώνω πόρταδωμάτιο
2. κλείνω κπ ώστε να μην μπορεί να βγει κλειδώνω κπ στο μπάνιο
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close