κλεισμένος

(προωθήθηκε από κλεισμένη)
Μεταφράσεις

κλεισμένος

(kli'zmenos) αρσενικό

κλεισμένη

(kli'zmeni) θηλυκό

κλεισμένο

مَحْجوزrezervovanýreserveretzurückhaltendreservedreservadopidättyväinenréservénepristupačanriservato控えめの예약되어 있는gereserveerdreservertzarezerwowanyreservadoсдержанныйreserveradไม่แสดงอารมณ์และความรู้สึกayrılmışkín đáo矜持的, 关闭סגור關閉 (kli'zmeno) ουδέτερο
επίθετο
1. που τον έχουν κλείσει ή έχει κλειστεί κάπου Είναι κλεισμένος στο μπάνιο.
2. που τον έχουν κλείσει Η πόρτα είναι κλεισμένη.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close