κλειστός

Μεταφράσεις

κλειστός

(kli'stos) αρσενικό

κλειστή

(kli'sti) θηλυκό

κλειστό

затворенgeschlossen, entferntclosed, offcerrado, apagado, fuerasuljettu, poisзакрытый, выключенный, замкнутыйبعيدا, مُغْلَقuzavřený, vypnutýaf, lukketfermé, hors tensionugašen, zatvorenchiuso, spento切れて, 閉まっている꺼진, 닫힌gesloten, uitgeschakeldbort, lukketprecz, zamkniętydesligado, fechadoav, stängdไม่ทำงาน, ปิดไม่รับสิ่งใหม่kapalıđóng kín, tắt关闭的, 离开 (kli'sto) ουδέτερο
επίθετο
που έχει κλείσει Τα μαγαζιά είναι κλειστά.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close