κλιμακτήριος

Μεταφράσεις

κλιμακτήριος

(klimak'tirios)
ουσιαστικό θηλυκό
η φάση των γυναικών μετά τη λήξη της περιόδου
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close