κλονίζομαι

Μεταφράσεις

κλονίζομαι

(klo'nizome)
ρήμα μεσοπαθητικό (ρήμα)
χάνω τη σταθερότητά μου Η πίστη μου κλονίστηκε.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close