κλοτσάω

Μεταφράσεις

κλοτσάω

(klo'tsao)

κλοτσώ

(klo'tso)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
1. χτυπάω με το πόδι κλοτσάω μια μπάλα κλοτσάω κπ
2. μεταφορικά διώχνω μακριά κλοτσάω μια ευκαιρία

κλοτσάω


ρήμα αμετάβατο (ρήμα) οικείο
αρνούμαι επίμονα Κλοτσάει όταν του λέω να κάνει κτ.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close