κλούβιος

Μεταφράσεις

κλούβιος

('kluvjos) αρσενικό

κλούβια

('kluvja) θηλυκό

κλούβιο

('kluvjo) ουδέτερο
επίθετο
1. (για αυγά) μπαγιάτικος κλούβιο αυγό
2. ανόητος
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close