κοίλος

(προωθήθηκε από κοίλο)
Μεταφράσεις

κοίλος

('cilos) αρσενικό

κοίλη

('cili) θηλυκό

κοίλο

concave, hollowcóncavoconcave ('cilo) ουδέτερο
επίθετο
που κάνει βαθούλωμα κοίλος φακός
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close