κοίταγμα

Μεταφράσεις

κοίταγμα

('citaɣma)
ουσιαστικό ουδέτερο
1. ο τρόπος που κοιτάζω Το κοίταγμά του με παρέλυσε.
2. εξέταση γρήγορο κοίταγμα
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close