κοιμισμένος

Μεταφράσεις

κοιμισμένος

(cimi'zmenos) αρσενικό

κοιμισμένη

(cimi'zmeni) θηλυκό

κοιμισμένο

asleependormiنَائِمspícísoverschlafenddormidounessazaspaoaddormentato眠って잠들어slapendsovendepogrążony (we śnie)adormecidoспящийsovandeนอนหลับuykudabuồn ngủ睡着的 (cimi'zmeno) ουδέτερο
επίθετο
που έχει κοιμηθεί
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close