κοινωνικός

(προωθήθηκε από κοινωνική)
Μεταφράσεις

κοινωνικός

(cinoni'kos) αρσενικό

κοινωνική

(cinoni'ci) θηλυκό

κοινωνικό

social, gregarious, outgoing, sociableاجْتِمَاعِيّspolečenskýsocialsozialsocialsosiaalinensocialsocijalansociale社会の사회적인sociaalsosialspołecznysocialсоциальныйsocialทางสังคมsosyalcó tính tập thể社会的, 社会社會חברתי (cinoni'ko) ουδέτερο
επίθετο
1. σχετικός με την κοινωνία οι κοινωνικοί θεσμοί
2. σχετικός με τους θεσμούς της κοινωνίας κοινωνικός λειτουργός η κοινωνική ασφάλιση κοινωνικά προβλήματα
3. σχετικός με τα στρώματα πληθυσμού η κοινωνική ισότητα η κοινωνική τάξη
4. που είναι δραστήριος κοινωνικά Είναι πολύ κοινωνική.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close