κοινός

Μεταφράσεις

κοινός

(ci'nos)

κοινή

(ci'ni) θηλυκό

κοινό

common, public, ordinary, vulgar, commonplace, jointkomunacommungemensammacomunecomumcomúnfælles (ci'no) ουδέτερο
επίθετο
1. που ανήκει και σε άλλον κοινή απόφαση
μαζί
2. ίδιος κοινά χαρακτηριστικάσημεία
3. συνηθισμένος κοινά ρούχα
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close