κοινόχρηστος

Μεταφράσεις

κοινόχρηστος

(ci'noxristos) αρσενικό

κοινόχρηστη

(ci'noxristi) θηλυκό

κοινόχρηστο

(ci'noxristo) ουδέτερο
επίθετο
που μπορεί να χρησιμοποιηθεί από όλους κοινόχρηστος χώρος
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close