κοιτάζω λοξά

Μεταφράσεις

κοιτάζω λοξά

يُلَمِّحُ إلَى

κοιτάζω λοξά

podívat se

κοιτάζω λοξά

kaste et blik

κοιτάζω λοξά

blicken

κοιτάζω λοξά

glance

κοιτάζω λοξά

echar un vistazo

κοιτάζω λοξά

vilkaista

κοιτάζω λοξά

jeter un coup d’œil

κοιτάζω λοξά

pogledati

κοιτάζω λοξά

dare uno sguardo

κοιτάζω λοξά

ちらっと見る

κοιτάζω λοξά

흘끗 보다

κοιτάζω λοξά

vluchtig kijken

κοιτάζω λοξά

kikke

κοιτάζω λοξά

spojrzeć

κοιτάζω λοξά

olhar de relance, relancear

κοιτάζω λοξά

бросить взгляд

κοιτάζω λοξά

snegla

κοιτάζω λοξά

ชำเลืองดู

κοιτάζω λοξά

göz atmak

κοιτάζω λοξά

liếc

κοιτάζω λοξά

扫视
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close