κοκαλώνω

Μεταφράσεις

κοκαλώνω

(koka'lono)
ρήμα αμετάβατο (ρήμα)
1. μένω απότομα ακίνητος κοκαλώνω από το κρύο
2. μένω άναυδος κοκαλώνω από το φόβο μου
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close