κολακευμένος

Μεταφράσεις

κολακευμένος

polichocený

κολακευμένος

smigret

κολακευμένος

geschmeichelt

κολακευμένος

flattered

κολακευμένος

halagado

κολακευμένος

imarreltu

κολακευμένος

flatté

κολακευμένος

polaskan

κολακευμένος

lusingato

κολακευμένος

おだてられた

κολακευμένος

우쭐해진

κολακευμένος

gevleid

κολακευμένος

smigret

κολακευμένος

pochlebia mi

κολακευμένος

lisonjeado, lisonjeador

κολακευμένος

польщенный

κολακευμένος

smickrad

κολακευμένος

ที่ได้รับการยกยอ

κολακευμένος

pohpohlanmış

κολακευμένος

được khen nịnh

κολακευμένος

荣幸的
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close