κολακεύω

Μεταφράσεις

κολακεύω

schmeichelnflatter, adulateflatterيَتَمَلَّقُlichotitsmigreadular, halagarimarrellalaskatiadulareおだてる아첨하다vleiensmigrepochlebićbajular, lisonjearльститьsmickraยกยอpohpohlamaknịnh nọt奉承 (kola'cevo)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
1. επαινώ για να καλοπιάσω κολακεύω τον ανώτερό μου
2. αναδεικνύω Το κόκκινο σε κολακεύει.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close