κολλάω

Μεταφράσεις

κολλάω

(ko'lao)

κολλώ

(ko'lo)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
1. ενώνω με κόλλα Κόλλησε την αφίσα στον τοίχο.
2. μεταφορικά μεταδίδω μικρόβιο Τον κόλλησα γρίπη.
3. μου μεταδίδουν μικρόβιο Κόλλησα την αρρώστια του.

κολλάω

contract, glue, stickيُغَرِّي, يَلْتَصِقُlepit, slepitlime, stikkeklebenpegarliimata, työntyäcollerzabosti, zalijepiticonficcare, incollare接着剤でつける, 突き刺さる붙이다, 찔리다lijmen, plakkenlime, stikke (inn i)skleić, wbić sięcolarклеить, склеиватьlimma, stickaใช้กาวติด, ติดด้วยกาวyapışmak, yapıştırmakdán, dán lại粘贴, 随手将某物放进某物
ρήμα αμετάβατο (ρήμα)
1. έχω κπ ουσία που μοιάζει με κόλλα Τα χέρια μου κολλάνε.
2. μεταφορικά φλερτάρω Κολλάει σε όλες.
3. προκαλώ Μη μου κολλάς!
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close