κολλημένος

Μεταφράσεις

κολλημένος

(koli'menos) αρσενικό

κολλημένη

(koli'meni) θηλυκό

κολλημένο

attaché, collé, scotché, coincéstuckمَحْجُوزzaseknutýsidde fastnicht zurechtkommenatascadojumissazapeobloccato行きづまった곤경에 빠진klemfastkjørtzablokowanypresoзастрявшийsitta fastติดชะงักsaplanmışbị tắc卡住的 (koli'meno) ουδέτερο
επίθετο
1. που έχει κολλήσει Είναι κολλημένο, δεν μπορώ να το βγάλω.
2. εξαρτημένος Είναι κολλημένος πάνω της.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close