κολλητός

(προωθήθηκε από κολλητή)
Μεταφράσεις

κολλητός

(koli'tos) αρσενικό

κολλητή

(koli'ti) θηλυκό

κολλητό

buddy, closepoteเพื่อน (koli'to) ουδέτερο
επίθετο
1. που είναι πολύ κοντά το ένα με το άλλο δύο κολλητά σπίτια
2. στενός κολλητή φούστα
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close