κολλητικός

Μεταφράσεις

κολλητικός

(koliti'kos) αρσενικό

κολλητική

(koliti'ci) θηλυκό

κολλητικό

adhesive, contagious, infectious, sticky (koliti'ko) ουδέτερο
επίθετο
που μεταδίδεται κολλητική αρρώστια
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close