κολλώδης

Μεταφράσεις

κολλώδης

(ko'loðis) αρσενικό-θηλυκό

κολλώδες

sticky, adhesive, gummyلَزِجlepkavýklæbendeklebrigpegajosotahmeacollantljepljivappiccicosoべとべとした끈적끈적한plakkerigklissetelepkipegajosoклейкийkladdigเหนียวyapışkandính黏性的, 粘Лепкаваדביק (ko'loðes) ουδέτερο
επίθετο
που κολλάει κολλώδης ουσία
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close