κολυμπάω

Μεταφράσεις

κολυμπάω

(koli'mbao)

κολυμπώ

(koli'mbo)
ρήμα αμετάβατο (ρήμα)
1. προχωράω επιπλέοντας στο νερό κολυμπάω στη θάλασσα
2. μεταφορικά έχω σε αφθονία κολυμπάω στο χρήμα
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close