κομματιάζω

Μεταφράσεις

κομματιάζω

smash (koma'tçazo)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
1. καταστρέφω σπάζοντας κομματιάζω ένα βάζο
2. σκίζω σε μικρά κομμάτια Το σκυλί κομμάτιασε το κρέας.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close