κομπιάζω

Μεταφράσεις

κομπιάζω

(ko'mbjazo)
ρήμα αμετάβατο (ρήμα)
που μιλάει με διακοπές Tαραγμένος, άρχισε να κομπιάζει.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close