κομπλεξικός

(προωθήθηκε από κομπλεξική)
Μεταφράσεις

κομπλεξικός

(kombleksi'kos) αρσενικό

κομπλεξική

(kombleksi'ci) θηλυκό

κομπλεξικό

(kombleksi'ko) ουδέτερο
επίθετο
που αισθάνεται κόμπλεξ
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close