κονδύλιο

Μεταφράσεις

κονδύλι (ο)

(kon'ðilio)
ουσιαστικό ουδέτερο
ποσό προγραμματισμένο για κπ σκοπό
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close