κονσερβαρισμένος

Μεταφράσεις

κονσερβαρισμένος

مُعَلَّب

κονσερβαρισμένος

konzervovaný

κονσερβαρισμένος

dåse-

κονσερβαρισμένος

konserviert

κονσερβαρισμένος

canned, tinned

κονσερβαρισμένος

enlatado

κονσερβαρισμένος

säilyke-

κονσερβαρισμένος

en boîte

κονσερβαρισμένος

konzerviran

κονσερβαρισμένος

in scatola

κονσερβαρισμένος

缶詰にした

κονσερβαρισμένος

통조림한

κονσερβαρισμένος

ingeblikt

κονσερβαρισμένος

hermetisert

κονσερβαρισμένος

konserwowy

κονσερβαρισμένος

enlatado

κονσερβαρισμένος

консервированный

κονσερβαρισμένος

konserverad

κονσερβαρισμένος

ที่บรรจุกระป๋อง

κονσερβαρισμένος

kutulanmış konserve

κονσερβαρισμένος

đóng hộp

κονσερβαρισμένος

罐装的
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close