κοντεύω

Μεταφράσεις

κοντεύω

(ko'ndevo)
ρήμα αμετάβατο (ρήμα)
1. είμαι κοντά στο τέλος ή στον προορισμό μου κοντεύω να τελειώσω Κοντεύουμε στη θάλασσα.
2. λίγο πριν από κτ Κοντεύει καλοκαίρι.
3. παραλίγο Κόντεψε να με πνίξει.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close